αγριόχηνα

Στεγανόποδο, χηνόμορφο πτηνό της οικογένειας των ανατιδών ή νησσιδών. Έχει σώμα βαρύ, ράμφος κοντό και χοντρό στη βάση και πόδια μακρύτερα από της αγριόπαπιας. Τo χρώμα της είναι καφετί-γκρίζο έως λευκό. Αλλάζει τα φτερά της δύο φορές τον χρόνο, τον Ιούνιο και τον Νοέμβριο. Κολυμπά με μεγάλη ευχέρεια, δεν μένει όμως για πολύ χρόνο μέσα στο νερό και ποτέ δεν βυθίζει το κεφάλι στο νερό όπως τα άλλα πτηνά της ίδιας οικογένειας. Το μήκος της μπορεί να φτάσει το 1 μ. και το βάρος της τα 10 κιλά. Κατοικεί σε χαμηλά, υγρά και ελώδη μέρη και δεν φεύγει από εκεί παρά μόνο όταν πρόκειται να ζητήσει τροφή (χορτάρι, δημητριακά, τριφύλλι, φύλλα, σπόρους, ρίζες) στους αγρούς. Η ακοή της είναι πάρα πολύ λεπτή και η όρασή της εξαιρετική. Μεταναστεύει δύο φορές τον χρόνο, το φθινόπωρο, όταν από τα ψυχρά μέρη ταξιδεύει στα θερμότερα κλίματα, και την άνοιξη, όταν φεύγει από τα θερμά μέρη και πηγαίνει στα ψυχρότερα για να γεννήσει. Χτίζει τη φωλιά της στα τέλματα από ξερά χόρτα, σχοίνα ή και φτερά. Γεννά 6-12 αβγά, που επωάζονται μόνο από το θηλυκό και εκκολάπτονται μετά από 25-30 μέρες. Η α. είναι πολύ ανθεκτική στην πτήση. Κατά τη διάρκεια των μεταναστεύσεων πετά από την αυγή έως τη δύση του ήλιου και σταματά μόνο για να φάει και να ξεκουραστεί λίγο. Κατά την πτήση τα σμήνη των α. σχηματίζουν συνήθως τρίγωνο, που αλλάζει θέση ανάλογα με τα ρεύματα του αέρα, ή μία γραμμή (αν το σμήνος είναι μικρό). Τo κρέας της είναι πολύ εύγευστο και γι’ αυτό πάντα αποτελούσε προσφιλές θήραμα. Από την α. προέρχονται όλες οι κατοικίδιες ράτσες της χήνας. Αγριόχηνα της Σουηδίας.
* * *
η Ζωολ.
οι αγριόχηνες είναι υδρόβια πτηνά τής οικογένεια Anatidae (τάξη Χηνόμορφα), στην οποία ανήκουν επίσης οι Κύκνοι* και οι Αγριόπαπιες*. Είναι εύσωμα και βαριά πτηνά, με μέγεθος ενδιάμεσο μεταξύ κύκνου και μεγάλης αγριόπαπιας.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αγριόχηνα — [агриохина] ουσ. Θ. дикий гусь …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αγριόχηνα — η πτηνό συγγενικό με τη χήνα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • χήνα — Κοινή ονομασία διαφόρων στεγανοπόδων της οικογένειας των ανατιδών ή νησσιδών, που ανήκουν κυρίως στα γένη χην (anser) και βράντα (branta). Ειδικά, με την ονομασία αυτό χαρακτηρίζεται γενικά η κατοικίδια χ., οι διάφορες φυλές της οποίας… …   Dictionary of Greek

  • αποδημητικοί οργανισμοί — Οργανισμοί που μετακινούνται εποχιακά από μία περιοχή σε κάποια άλλη, είτε για να αποφύγουν τις δυσάρεστες περιβαλλοντικές συνθήκες που αντιμετωπίζουν είτε για να μεταφερθούν σε περιοχές με καλύτερες διατροφικές συνθήκες και πιο κατάλληλες για τα …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.